Now Reading
Η ιστορία του «κινήματος» των influencers

Η ιστορία του «κινήματος» των influencers

  • Σε αντίθεση με τις διαφημίσεις ή μία καμπάνια μάρκετινγκ μιας εταιρικής ιστοσελίδας, οι δημοσιεύσεις από bloggers στο διαδίκτυο είναι συνήθως σχετικές, αστείες και μερικές φορές ακόμη και συγκινητικές
man influencer

Όπως τα trolls ή το blockchain, ο όρος influencer είναι μία από αυτές τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα χάνοντας το νόημά της. Τι είναι όμως ένας influencer; Φαινομενικά, είναι κάποιος που ασκεί επιρροή. Αλλά αυτό δεν ταιριάζει πραγματικά με το πώς ακριβώς χρησιμοποιείται σήμερα ο όρος. Η κουλτούρα των influencers όπως την γνωρίζουμε σήμερα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον καταναλωτισμό και την άνοδο της τεχνολογίας. Ο όρος αναφέρεται σε κάποιον που έχει τη δύναμη να επηρεάζει τις αγοραστικές συνήθειες των καταναλωτών με κάποια μορφή πρωτότυπου –συχνά  υποστηριζόμενου– περιεχομένου σε πλατφόρμες κοινωνικών μέσων όπως το Instagram, το YouTube, το Snapchat ή ακόμα και το LinkedIn. Είτε πρόκειται για φωτογραφίες που έχουν υποστεί επεξεργασία, αναιδείς κριτικές βίντεο, ιστολόγια ή θολές ιστορίες που πρόκειται να εξαφανιστούν σύντομα, η αξία του εν λόγω περιεχομένου προέρχεται από την αντίληψη και κυρίως από την αυθεντικότητα του δημιουργού του.

Ένας blogger μόδας που αναφέρεται στην «αγαπημένη» του μάρκα ενδυμάτων στο Instagram ή ένας gamer που αφήνει live τα ακουστικά του, δεν έχουν σίγουρα την ίδια βαρύτητα με τη διαφήμιση του Steve Carrell για την Pepsi (ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να έχει). Η αληθινή επιρροή εν προκειμένω προϋποθέτει έναν συγκεκριμένο τύπο σχέσης μεταξύ δημιουργού περιεχομένου και θεατή, και η κλίμακα επιρροής εξαρτάται από την προθυμία του θεατή να επηρεαστεί. Οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θεωρούν ότι τα άτομα που τους επηρεάζουν είναι περισσότερο αυθεντικά και πιο κοντά σε ένα φιλικό πρόσωπο από ότι σε έναν διαφημιστή. Αυτή η αντίληψη της εμπειρογνωμοσύνης και της προσβασιμότητας διαχωρίζει τους influencers από τις διασημότητες.

Δεν είναι όλοι οι δημοφιλείς χρήστες των κοινωνικών μέσων influencers – μερικοί είναι απλώς διαδικτυακές διασημότητες, διασκεδαστές, κωμικοί ή χαριτωμένα ζώα – ούτε όλοι οι διάσημοι είναι influencers. Η ηθοποιός Evan Rachel Wood, για παράδειγμα, μπορεί να έχει μεγάλο κοινό στο Instagram, αλλά δεν είναι influencer. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τον YouTuber Shane Dawson, ο οποίος, παρά τους περισσότερους από 23 εκατομμύρια συνδρομητές του, μοιάζει περισσότερο με τους Ken Burns της γενιάς του YouTube και όχι με έναν απλό influencer. Στην άλλη πλευρά του φάσματος υπάρχουν φιγούρες όπως η Kim Kardashian, η οποία, παρά το ότι άρχισε ως διασημότητα, έκανε μια επιτυχημένη μετάβαση στο influencerdom.

Το 2004, ο Ted Murphy, ο ιδρυτής της MindComet – που σήμερα ονομάζεται IZEA – ξεκίνησε το δίκτυο BlogStar, πιθανώς το πρώτο δίκτυο μάρκετινγκ για influencers

Η φήμη των παραδοσιακών διασημοτήτων προέρχεται από τη συμμετοχή τους σε μια καθιερωμένη βιομηχανία –όπως ο κινηματογράφος, η τηλεόραση ή το ραδιόφωνο– ενώ το μονοπάτι του πρωτότυπου influencer είναι πιο λαϊκή υπόθεση. Δημιουργούν κοινό δημοσιεύοντας κάποια μορφή απλήρωτου (τουλάχιστον στην αρχή) πρωτότυπου περιεχομένου που όχι μόνο προσελκύει την προσοχή άλλων χρηστών, αλλά κερδίζει και την εμπιστοσύνη ή το σεβασμό τους. Τα Beauty YouTubers (επίσης γνωστά ως “Beautubers”) –όπως τα MannyMUA, Wayne Goss και Patrick Starrr– είναι βασικά παραδείγματα αυτού του τύπου, όπως και η Luanna Perez-Garreaud του Instagram (@Luanna), η οποία έγινε μία από τις πιο δημοφιλείς influencers όταν ξεκίνησε το 2009 το blog.

Ένας ηθοποιός, μουσικός ή κωμικός σίγουρα μπορεί να ενεργήσει ως influencer, αλλά θα είναι μία ιδιότητα η οποία θα συνυπάρχει με την εικόνα που έχει δημιουργήσει σαν δημόσιο πρόσωπο. Για τους influencers το γεγονός ότι διαμορφώνουν την κοινή γνώμη ταυτίζεται με την εικόνα τους. Το κοινό, λόγου χάρη, γνωρίζει κάποιον από την αρχή σαν γευσιγνώστη, οπότε είναι φυσικό να  δεχτεί τη γνώμη του σε αυτό τον τομέα. Η εξειδίκευση και η αυθεντικότητα είναι βασικά στοιχεία των influencers, ωστόσο είναι και λίγο ειρωνικό ότι ο όρος ταυτίζεται σταδιακά περισσότερο με τη βιομηχανία του μάρκετινγκ. Αυτό που κάποτε φάνηκε «διεφθαρμένο» αποτελεί σήμερα την κανονικότητα στο διαδίκτυο και δεδομένης της ελλιπούς διαφάνειας είναι απίθανο να υπάρξουν σαφή όρια ανάμεσα στο τι είναι αυθεντικό και τι αποτέλεσμα διαφήμισης.

Η ιστορία των influencers

Η ιστορία του influencerdom ταυτίζεται με την ιστορία του σύγχρονου διαδικτύου. Η έλευση του Παγκόσμιου Ιστού το 1991 εγκαινίασε μια νέα εποχή συνδεσιμότητας και απεριόριστης αλληλεπίδρασης, δίνοντας στους χρήστες σε όλο τον κόσμο τα μέσα για να χτίσουν και να διατηρήσουν σχέσεις με ανθρώπους που δεν είχαν συναντήσει. Επίσης, διευκόλυνε τα άτομα να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες και περιεχόμενο πολυμέσων που παράγονται από διάφορες πηγές.

Τα πρώτα διαδικτυακά φόρουμ και οι ιστότοποι ανακοινώσεων της δεκαετίας του 1990 και εν συνεχεία στις αρχές της δεκαετίας του 2000 επέτρεψαν στους χρήστες να δημοσιεύουν δημοσίως την άποψή τους και να απαντούν σε μηνύματα άλλων χρηστών. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τους πρώτους influencers. Οι χρήστες που παρακολουθούσαν τα φόρουμ –τα οποία συνήθως οργανώνονταν γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα– και διατύπωναν απόψεις τις οποίες υιοθετούσαν οι υπόλοιποι θεωρήθηκαν αυθεντικοί σε αυτό που έκαναν και έγιναν οι πρώτοι influencers. Σταδιακά οι λάτρεις της πεζοπορίας, της τέχνης, των αυτοκινήτων κ.ο.κ. προσχώρησαν σε εικονικές κοινότητες. Οι έμποροι και οι επιχειρήσεις άρχισαν να κατανοούν τις δυνατότητες που έχουν αυτές οι κοινότητες στην επιρροή της κοινής γνώμης. Μια μελέτη του 2001 από την Rutgers σχετικά με «Διαδικτυακά φόρουμ ως σημαντικές πηγές πληροφόρησης των καταναλωτών» αναφέρει ότι άτομα που διαβάζουν διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ άλλων χρηστών σε φόρουμ ή πίνακες μηνυμάτων σχετικά με ένα προϊόν ενδιαφέρονται σημαντικά για αυτό σε σχέση με όσους διαβάζουν μια διαδικτυακή προσφορά από την ίδια την εταιρεία. Σε αντίθεση με τις διαφημίσεις ή ένα αντίγραφο μάρκετινγκ μιας εταιρικής ιστοσελίδας, οι δημοσιεύσεις από ξένους στο διαδίκτυο είναι συχνά σχετικές, αστείες ή μερικές φορές ακόμη και συγκινητικές.

Τα forum μπορούσαν να επηρεάσουν την άποψη των καταναλωτών και αυτή η ευκαιρία δεν θα πήγαινε χαμένη για τις επιχειρήσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η εταιρεία μέσων ενημέρωσης MindComet έγινε μια από τις πρώτες που έψαχνε ανθρώπους που θα επηρεάζουν το καταναλωτικό κοινό στο MySpace για να προωθήσουν μπράντες και προϊόντα τους με αντάλλαγμα δωροκάρτες ή κωδικούς προσφοράς. Η πρακτική απογειώθηκε μεταξύ των mainstream εταιρειών, όπως η Sony BMG, η οποία προσέλαβε μη αμειβόμενους ασκούμενους για να προωθήσει κρυφά τους καλλιτέχνες της σε διαδικτυακές κοινότητες το 2006.

Οι “Mommy bloggers” γυναίκες που γράφουν συμβουλές για τα παιδιά και μοιράζονται τις εμπειρίες τους είναι ένας από τους πιο δημοφιλής και επικερδής τύπους influencer

Η άνοδος των προσωπικών ιστολογίων και η επακόλουθη εμπορευματοποίησή τους προκάλεσαν πολλές από τις τάσεις της σύγχρονης κουλτούρας επιρροής περισσότερο μια δεκαετία πριν το φαινόμενο των influencers γίνει ευρέως γνωστό. Οι εταιρείες που στέλνουν δωρεάν προϊόντα ή υπηρεσίες σε σημαντικούς bloggers με την ελπίδα να κερδίσουν θετική κριτική αποτέλεσαν και αποτελούν αρκετά κοινή πρακτική. Το 2004, ο Ted Murphy, ο ιδρυτής της MindComet –που σήμερα ονομάζεται IZEA– ξεκίνησε το δίκτυο BlogStar, πιθανώς το πρώτο δίκτυο μάρκετινγκ για influencers. Ξεκίνησε ως μια ιδιωτική βάση δεδομένων email με bloggers που πληρώνονταν για να δημοσιεύσουν σχετικά με τους πελάτες της εταιρείας μάρκετινγκ – όπως οι Red Lobster, Turner και Burger King. Ο Murphy έστελνε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη βάση δεδομένων με λεπτομέρειες σχετικά με τις πιθανές προσφορές και διαπραγματευόταν τους όρους κάθε συμφωνίας περιεχομένου. Το 2006, ο Murphy είπε στο Businessweek ότι είχαν προσχωρήσει στη λίστα συνεργατών του «δύο χιλιάδες bloggers». Όταν ρωτήθηκε για τα ζητήματα διαφάνειας δεν απάντησε. «Εναπόκειται στην ηθική των bloggers» σχολίασε. Το Businessweek κατέγραψε την πολιτική εκείνης της εποχής μέσα από την πρακτική του BlogStar, το οποίο έδινε $5 ή $10 ανά δημοσίευση: «Εύκολα χρήματα… πάμε να αγοράσεις ένα μπιφτέκι ή κάτι τέτοιο» παροτρύνει μια πρόσκληση του BlogStar το 2005 ζητώντας δημοσιεύσεις σχετικά με τις καλωδιακές διαφημίσεις μπάσκετ της TNT με τον χαρακτήρα HBO (TWX) Ali G.

Τον Ιούνιο του 2006, ο Murphy κυκλοφόρησε το PayPerPost, την πρώτη αυτοματοποιημένη ψηφιακή αγορά που συνδέει τους διαφημιζόμενους με τους influencers. Οι επιχειρήσεις μπορούσαν πλέον να περιγράψουν λεπτομερώς τι είδους επιρροή έψαχναν, τι ήθελαν να προωθήσουν και πώς. Οι bloggers με μεγαλύτερο κοινό μπόρεσαν να πάρουν υψηλότερα ποσοστά. Πολύ αργότερα το να αποκαλύπτει κανείς τη διαφημιστική σχέση έγινε υποχρεωτικό.

Στους χρήστες του διαδικτύου δεν διαφημίστηκε η κυκλοφορία του PayPerPost. Αν και το περιεχόμενο που χρηματοδοτείται σήμερα θεωρείται βασική τακτική στο διαδικτυακό μάρκετινγκ, ωστόσο τότε το γεγονός ότι κάποιοι bloggers πληρώνονταν για να ποστάρουν για μια μάρκα οδήγησε σε εξοργισμένους χρήστες και μάχη στην μπλογκόσφαιρα. Η απάντηση της TechCrunch στο σκάνδαλο είχε τον τίτλο «Το PayPerPost.com σας προσφέρει να πουλήσει την ψυχή σας» και το άρθρο του Businessweek που συνδέεται με την έναρξη της Εταιρείας το περιέγραψε ως «Ρύπανση της μπλογκόσφαιρας». Όταν ο Murphy προσπάθησε να υποβάλει μια ερώτηση στο συντάκτη του TechCrunch, Michael Arrington, σε ένα συνέδριο που παρακολούθησαν και οι δυο, ο Arrington ρώτησε πώς του επιτράπηκε η είσοδος στο κτίριο και είπε στο κοινό ότι ο Murphy ήταν «ο πιο κακός άνθρωπος σε αυτό το δωμάτιο».

Λίγους μήνες μετά το λανσάρισμα του PayPerPost, συμμετείχαν σε αυτό και άλλες εταιρείες αγοράς (ή όπως το έθεσε η TechCrunch εκείνη τη στιγμή: Το PayPerPost Virus Spreads). Μέχρι το τέλος του 2006, είχε γίνει μια πλήρης εξάπλωση, με εταιρείες που πλήρωναν για influencers. Στη συνέχεια ένα  άλλο σκάνδαλο ξέσπασε τον Δεκέμβριο αφού ορισμένοι εξέχοντες τεχνολογικοί bloggers ανέφεραν ότι η Microsoft τους είχε στείλει δωρεάν φορητούς υπολογιστές Acer.

Ο Michael Calore του WIRED έγραφε στο blog του σχετικά με τη διαμάχη εκείνης της εποχής:

«Οι εταιρείες στέλνουν εδώ και καιρό διαφημιστικό υλικό σε δημοσιογράφους και προϊόντα ή αντικείμενα που είναι δώρα … Δεδομένης της αυξανόμενης επιρροής των ιστολογίων, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι εταιρείες αρχίζουν να δοκιμάζουν τις ίδιες τακτικές σε bloggers που συχνά έχουν ακόμη μεγαλύτερη επιρροή έναντι των καταναλωτών που είναι εξοικειωμένοι με την τεχνολογία».

See Also
Σωτήρης Τσιόδρας

Τον Ιούνιο του 2006, ο Murphy κυκλοφόρησε το PayPerPost, την πρώτη αυτοματοποιημένη ψηφιακή αγορά που συνδέει τους διαφημιζόμενους με τους influencers

Υπήρξε όμως εκτεταμένη διαμάχη σχετικά με το γεγονός ότι οι εταιρείες προσφέρουν χρήματα σε δημοφιλείς χρήστες της Digg σε αντάλλαγμα για την ανάρτηση συνδέσμων σε προϊόντα και ευνοϊκές κριτικές.

Αλλά η πληρωμή μερικών πέσος από το PayPerPost ή το να κερδίζει κανείς μέσω του Digg είναι ένα πράγμα, η απόκτηση φορητού υπολογιστή Acer $2.000+ είναι κάτι εντελώς διαφορετικό…

Οι εκστρατείες μάρκετινγκ επηρεασμού θα γίνουν ακόμα πιο εμφανείς τα επόμενα χρόνια. Όταν η βρετανική εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Hutchison 3G UK Limited κυκλοφόρησε το Skypephone το 2007, και έδωσε δωρεάν σε σημαντικούς bloggers τη συσκευή με αντάλλαγμα την κριτική τους.

Αργότερα εκείνο το έτος, η Kmart – μέσω της εταιρείας του Murphy – έδωσε δωροκάρτες αξίας $500 σε έξι influencers και τους ζήτησε να αναφερθούν στο blog τους για την εμπειρία αγορών τους στο κατάστημα με έκπτωση. Η εκστρατεία που προέκυψε δημιούργησε 800 αναρτήσεις ιστολογίου και 3.200 tweets, που διαφήμισαν το προϊόν σε 2,5 εκατομμύρια άτομα σε 30 ημέρες, δήλωσε ο Murphy στους The New York Times τον επόμενο χρόνο.

Οι “Mommy bloggers», γυναίκες που γράφουν συμβουλές για τα παιδιά και μοιράζονται τις εμπειρίες τους είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς και επικερδείς τύπους influencer, καθώς επωφελούνται από διαφημιστικές προσφορές και συνεργασίες υψηλού προφίλ με μάρκες από τη Walmart έως την TNT.

Φαινομενικά, οι influencers υποτίθεται ότι ενημερώνουν με σαφήνεια και σε σημείο που θα είναι σε όλους ορατό εάν έχουν λάβει χρήματα, δωρεάν προϊόντα ή κάτι άλλο που θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ένας θεατής ερμηνεύει την έγκριση ενός προϊόντος ή μιας μάρκας. Η επιβολή του νόμου είναι σπάνια και οι λίγοι που «πιάνονται» από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου είναι συνήθως διάσημοι στους οποίους γίνεται απλά μία σύσταση.

View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2020 ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ. ALL RIGHTS RESERVED.
Scroll To Top