Now Reading
ΤΟ 40% ΤΩΝ ∆ΑΠΑΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

ΤΟ 40% ΤΩΝ ∆ΑΠΑΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

  • Μέσω ΣΔΙΤ το 80-90% της ιδιωτικής δαπάνης θα περνάει μέσα από την ιδιωτική ασφάλιση και δεν θα βαρύνει τα νοικοκυριά

Αναφερόμενοι στην υγεία, συνηθίζουμε να λέμε ότι είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Λαμβάνοντας υπόψιν, ότι η ασφάλιση υγείας είναι το πρώτο σε ζήτηση ασφαλιστικό προϊόν, λογικό είναι να αναρωτηθούμε:

γιατί ασφαλίζεται μόνο το 15% του πληθυσμού; Γιατί δεν έχουμε καταφέρει ως Κλάδος να απευθυνθούμε επιτυχώς, σε μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού και να αυξήσουμε τη συμμετοχή μας στο ΑΕΠ της χώρας (2,42% το 2019), απέχοντας σημαντικά από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο (7,45%);

Η απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων είναι σύνθετη και συνδέεται αφενός με την λειτουργία και τα προϊόντα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αφετέρου με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται διαχρονικά από το κράτος η ιδιωτική ασφάλιση, ως «προϊόν» που απευθύνεται αποκλειστικά στους προνομιούχους και όχι στον μέσο καταναλωτή.

Τι χρειάζεται να αλλάξει, ώστε να γίνουν πράξη οι θετικές προοπτικές

Ξεκινώντας από τις ίδιες τις ασφαλιστικές εταιρίες Ζωής, σίγουρα έχει γίνει ένα πολύ μεγάλο βήμα με την υιοθέτηση των κανόνων του SolvencyII, το οποίο έχει υποχρεώσει τις εταιρίες να θωρακιστούν κεφαλαιακά, ώστε να μπορούν να εγγυηθούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ακόμα και υπό συνθήκες κρίσης.

Μένουν, όμως, αρκετά να γίνουν όσον αφορά τον λειτουργικό τους μετασχηματισμό, αυτοματοποιώντας και εκσυγχρονίζοντας διαδικασίες με στόχο τη μείωση του λειτουργικού τους κόστους και την βελτίωση εξυπηρέτησης, υιοθετώντας ψηφιακά εργαλεία στην επικοινωνία τους με τους συνεργάτες και τους πελάτες, αξιοποιώντας πιο αποτελεσματικά όλα τα διαθέσιμα κανάλια πωλήσεων, σχεδιάζοντας σύγχρονα και οικονομικά ασφαλιστικά προϊόντα, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες (π.χ. τεχνολογίες ΙοΤ) και τα bigdata. Εν ολίγοις, οφείλουμε να γίνουμε περισσότερο ψηφιακοί, πιο ανταγωνιστικοί και πιο φιλικοί.

Όσον αφορά το κράτος και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την ιδιωτική ασφάλιση υγείας, θα πρέπει να γίνουν κοσμογονικές αλλαγές, οι οποίες όμως είναι απολύτως απαραίτητες, ώστε να καλύψουμε το χαμένο έδαφος σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη και γενικότερα, τα αναπτυγμένα Κράτη του Δυτικού Κόσμου.

Πρώτον, θα πρέπει να επανεξεταστούν και να μειωθούν δραστικά οι φορολογικές επιβαρύνσεις τόσο των ασφαλιστικών προϊόντων, όσο και των ιδιωτικών δαπανών υγείας, που καθιστούν τα δύο προϊόντα ακριβά και τα τοποθετούν εκτός των οικονομικών δυνατοτήτων των μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων.

Δεύτερον, θα είχε ευεργετικό όφελος η παροχή φορολογικών κινήτρων (π.χ. η απαλλαγή ασφαλίστρων από το φορολογητέο εισόδημα), καθώς θα διόρθωνε εν μέρει την άδικη μεταχείριση των πολιτών που επιλέγουν να ασφαλιστούν στον ιδιωτικό τομέα, πέραν της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, η οποία αποδεδειγμένα βρίσκεται πολύ χαμηλά στην κλίμακα ικανοποίησης των Ελλήνων (εννιά στους δέκα πολίτες δηλώνουν δυσαρεστημένοι).

Τρίτον και πιο σημαντικό, θα πρέπει να μετασχηματιστεί πλήρως το μοντέλο συνεργασίας μεταξύ της κοινωνικής και της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας. Στην παρούσα φάση, τα δύο συστήματα λειτουργούν παράλληλα και όσοι επιλέγουν να ασφαλιστούν ιδιωτικά ουσιαστικά καταβάλλουν ασφάλιστρα για κινδύνους που θεωρητικά καλύπτονται από την κοινωνική τους ασφάλιση. Όσοι δεν έχουν την δυνατότητα να ασφαλιστούν ιδιωτικά, αφενός λαμβάνουν χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας, αφετέρου εκταμιεύουν σημαντικά ποσά για να καλύψουν επιπλέον κόστη.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2019 καταβάλλαμε -ως χώρα- συνολικά περίπου 14,4 δισ. ευρώ για δαπάνες υγείας. Εξ’ αυτών, η κρατική χρηματοδότηση ανήλθεσε 8,6 δισ. ευρώ και η ιδιωτική σε 5,7 δισ. ευρώ. Δηλαδή, το 40% των δαπανών για την υγεία εκταμιεύεται άμεσα από τους πολίτες. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι από τα 5,7 δισ. ευρώ της ιδιωτικής χρηματοδότησης μόλις 672 εκ. ευρώ προήλθαν από την ιδιωτική ασφάλιση.

Τα στοιχεία αυτά, τα οποία παρατηρούνται διαχρονικά, δείχνουν ότι υπάρχει πολύ μεγάλος χώρος για την ανάπτυξη της ιδιωτικής ασφάλισης, χωρίς απαραίτητα να υποκαταστήσει την κοινωνική, αναλαμβάνοντας να καλύψει σημαντικό μέρος των εξόδων που μέχρι σήμερα επιβαρύνουν τους πολίτες. Βασική προϋπόθεση είναι να υπάρξει σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην ασφάλιση υγείας, ώστε τα δύο συστήματα να λειτουργούν συμπληρωματικά, προς όφελος των καταναλωτών, αντί να λειτουργούν παράλληλα και η ιδιωτική ασφάλιση να αποτελεί προνόμιο για τους λίγους.

See Also

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η σύμπραξη του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στον χώρο της ασφάλισης υγείας είναι απολύτως εφικτή (π.χ. Γαλλικό ή Ολλανδικό μοντέλο), με προφανή και πολλαπλά οφέλη για όλους (Κράτος, Ιδιωτικός τομέας, καταναλωτές), καθώς πλέον το 80-90% της ιδιωτικής δαπάνης θα περνάει μέσα από την ιδιωτική ασφάλιση και δεν θα βαρύνει τα νοικοκυριά. Η μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού θα ασφαλιστεί ουσιαστικά και θα αποκτήσει εμπιστοσύνη στο θεσμό της ασφάλισης, ενώ είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει βελτίωση του επιπέδου των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας στο πλαίσιο λειτουργίας διευρυμένου και υγιούς ανταγωνισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτούργησε ευεργετικά η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στον χώρο της υγείας είναι η απευθείας κάλυψη των διαγνωστικών εξετάσεων, σε επίπεδο πρωτοβάθμιας περίθαλψης, από τον ΕΟΠΥΥ προς τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, με τη συμμετοχή των ασφαλισμένων να ανέρχεται σε 25%. Σήμερα, άνω του 90% των εξετάσεων πραγματοποιούνται σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, ενώ μέσω σύμπραξης ΕΟΠΥΥ και ιδιωτικής ασφάλισης θα ήταν εφικτό να καλύπτεται και το 25% της συμμετοχής των ασφαλισμένων, για όσους επιλέξουν να ασφαλιστούν με ιδιωτικό πρόγραμμα.

Το 2020 αποτέλεσε μία χρονιά, που λόγω του Covid-19 δοκιμάστηκαν οι αντοχές της κοινωνίας και της οικονομίας μας, καταγράφηκε ύφεση άνω του 8%, πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και πολλές επιχειρήσεις δεν κατάφεραν να ξαναλειτουργήσουν. Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ παρέμεινε leader της αγοράς και της ασφάλισης υγείας ειδικότερα, διατηρώντας την κερδοφορία της και παρουσιάζοντας προσαρμοστικότητα και ανθεκτικότητα στις νέες συνθήκες.

Ειδικά στον κλάδο ζωής, η ΕΘΝΙΚΗ παρουσίασε αύξηση παραγωγής 6,9% (εξαιρουμένης της παραγωγής του προϊόντος εφάπαξ ασφαλίστρου), με ποσοστό διατηρησιμότητας των ασφαλιστηρίων υγείας άνω του 90%, αποδεικνύοντας έτσι έμπρακτα την εμπιστοσύνη των πελατών μας.

Το 2021 και ειδικά το δεύτερο εξάμηνο αναμένεται να είναι έτος δυναμικής ανάκαμψης για την οικονομία μας, όπως και η επόμενη διετία (2022 – 2023). Σε μία περίοδο έντονων ζυμώσεων για τον ασφαλιστικό κλάδο, με σημαντικές εξαγορές και συγχωνεύσεις, οι προοπτικές για την Εθνική Ασφαλιστική και την ασφαλιστική αγορά γενικότερα είναι απολύτως θετικές. Υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρήσουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που περιγράψαμε παραπάνω, η ανάπτυξη του Κλάδου μπορεί και πρέπει να είναι υψηλότερη της ανάπτυξης της χώρας, καλύπτοντας έτσι σε ένα βαθμό την υστέρησή μας με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Γεώργιος Νικολόπουλος
Προϊστ. Διεύθυνσης Αποζημιώσεων Ζωής & Υγείας της Εθνικής Ασφαλιστικής

© 2020 ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ. ALL RIGHTS RESERVED.
Scroll To Top