Πρόσφατα Τεύχη

Δείτε με μία ματιά τα πιο πρόσφατα τεύχη από το Ασφαλιστικό Marketing

Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Οκτωβρίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Σεπτεμβρίου  2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2016Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Ιουνίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Μαΐου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Απριλίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Μαρτίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Φεβρουαρίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Ιανουαρίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Δεκεμβρίου 2015 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Οκτωβρίου 2016

Newsletter

Κάντε εγγραφή στο Newsletter του Ασφαλιστικού Μάρκετινγκ για να λαμβάνετε sneak peaks από τα νέα μας τεύχη αλλά και να μαθαίνετε πρώτοι  για τις προνομιακές μας εκπτώσεις.

[ninja-inline id=786]

IDD: Όλες οι Αλλαγές

[easy-social-share buttons="facebook,twitter,pinterest,google,print,mail" counters=1 style="icon" template="jumbo-retina" fixedwidth="yes" fixedwidth_px="115" point_type="simple"]

Πώς θα επηρεάσει η εφαρμογή της IDD τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η διαμεσολάβηση;

Με την IDD η διανομή ασφαλιστικών προϊόντων αλλάζει, με στόχο κυρίως την ενίσχυση της προστασίας του καταναλωτή και την, όσο είναι δυνατόν, πιο εναρμονισμένη εφαρμογή της νομοθεσίας σε ενωσιακό επίπεδο. Η IDD αναφέρεται σε μεγάλη γεωγραφική αγορά και ταυτόχρονα σε ανομοιογενή προϊόντα και ασφαλιστικές υπηρεσίες. Αφορά επίσης και διαφορετικά μεγέθη διαμεσολαβητών. Πρόκειται για οδηγία ελάχιστης εναρμόνισης, που σημαίνει ότι αφήνει περιθώριο στα κράτη μέλη εφόσον εφαρμόσουν τις διατάξεις της να θέσουν επιπλέον ρυθμίσεις που να μην παραβιάζουν την ίδια την Οδηγία αλλά και διατάξεις άλλου εναρμονισμένου δικαίου, όπως η προστασία καταναλωτή.

Κύριος άξονας πάνω στον οποίο κινείται η Οδηγία είναι ότι ο διαμεσολαβητής πρέπει να εργάζεται για το συμφέρον του πελάτη.

Ο διανομέας πρέπει να ενεργεί προς το συμφέρον του καταναλωτή και στα όσα προβλέπονται ισχύει ως μέτρο η αρχή της αναλογικότητας για την εφαρμογή τους. Η αναλογικότητα δεσμεύει την εποπτική αρχή, όπως άλλωστε συμβαίνει και στη χώρα μας με βάση το Σύνταγμα. Αφετέρου, η IDD περιλαμβάνει και εξειδικεύσεις, λ.χ. στις πληροφορίες που απαιτεί να δίνονται στον πελάτη πριν τη σύναψη της σύμβασης, τόσο για το διαμεσολαβητή όσο και για το ίδιο το προϊόν, ή στη ρύθμιση των πακέτων προϊόντων δηλαδή των διασταυρούμενων πωλήσεων ή στο να μην υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Ειδικές και λεπτομερείς ρυθμίσεις που τείνουν προς τις οδηγίες MiFID αφορούν τα επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση. Η Οδηγία για να υποστηρίξει τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται συνοδεύεται από εξειδικευμένες ρυθμίσεις όπως:

  • Για τα ασφαλιστικά επενδυτικά προϊόντα δέχεται ο ενωσιακός νομοθέτης ότι ναι μεν είναι μέρος του χρηματοοικονομικού τομέα, ωστόσο διαφοροποιούνται πολύ από τα υπόλοιπα προϊόντα.
  • Ο ευρωπαϊκός νομοθέτης θέλησε να κάνει πιο σαφή την πληροφορία προς τον καταναλωτή, δίνοντάς του με ομοιογενή τρόπο πληροφορίες για τα προϊόντα. Δηλαδή για τους κλάδους ζημιών έχει κυκλοφορήσει ο κανονισμός για το PID, που προβλέπει συγκεκριμένο πρότυπο έγγραφο με το προεγκεκριμένο περιεχόμενο και τη μορφή του.
  • Επίσης ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να εξηγεί στον πελάτη, τον τρόπο με τον οποίο αμείβεται.
  • Άλλος νεωτερισμός είναι η POG, η Εποπτεία και Διακυβέρνηση Προϊόντος, που αφορά τόσο τις ασφαλιστικές εταιρείες όσο και τους διαμεσολαβητές. Εισάγεται μία νέα υποχρέωση που αφορά το σχεδιασμό του κάθε ασφαλιστικού προϊόντος, για την οποία οι εταιρείες πρέπει να διατυπώσουν έγγραφη πολιτική, όπως και τις διαδικασίες που θα την εφαρμόζουν. Πρέπει να συνδέουν κάθε προϊόν που δημιουργούν με μία αγορά στόχο, να ελέγχουν αν καλύπτει τις ανάγκες της αγοράς αυτής και να την επαναπροσαρμόζουν αν χρειάζεται. Κατάλληλα σχεδιάζεται και η διάθεση του προϊόντος. Το προϊόν παρακολουθείται για όλη τη διάρκεια της ζωής του. Εάν ο διαμεσολαβητής συμμετέχει με αποφασιστικό τρόπο στο σχεδιασμό του προϊόντος, τότε μπορεί και αυτός να θεωρηθεί παραγωγός και έχει αντίστοιχες υποχρεώσεις.
  • Άλλαξε ο όρος διανομείς: δεν περιλαμβάνει πια μόνο τους διαμεσολαβητές, αλλά και την ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση όταν διαθέτει απευθείας στον καταναλωτή. Από πλευράς internet, είναι γνωστό ότι οι ιστοσελίδες σύγκρισης, οι aggregators, θεωρούνται διαμεσολαβητές εφόσον δίνουν δυνατότητα αγοράς ασφαλιστικού προϊόντος, και πρέπει να παρέχουν αξιόπιστη και εύληπτη σύγκριση μεταξύ των προϊόντων που παρουσιάζουν.

Η αναλογικότητα τι θα αφορά;

Οι υποχρεώσεις της IDD σταθμίζονται ανάλογα με το μέγεθος του διανομέα, το εύρος των υπηρεσιών που παρέχει και την πολυπλοκότητα των προϊόντων. Η αρχή της αναλογικότητας διατρέχει επίσης την αξιολόγηση των παραβάσεων και την επιβολή κυρώσεων. Τα πρόστιμα πρέπει να συναρτώνται με το μέγεθος της παράβασης, της ζημίας που προκλήθηκε κ.λπ.

Η IDD φέρνει και πιο διαφανείς διαδικασίες για τον πελάτη;

Αυξάνει τη διαφάνεια και εισάγει πρακτικά «εργαλεία», όπως είναι το έγγραφο πληροφοριών προϊόντος, που οδηγεί σε αυξημένες ευθύνες ενημέρωσης του πελάτη.

Ποια είναι τα χρηματικά πρόστιμα που θα επιβάλλονται και για ποιες περιπτώσεις προβλέπονται;

Η Οδηγία αφήνει τα κράτη μέλη να ορίσουν ειδικότερα τα πρόστιμα δίνοντας την κατεύθυνση, ότι οι διοικητικές κυρώσεις και άλλα μέτρα που θα επιβάλλουν θα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

Τα πρόστιμα που ισχύουν σήμερα ποια είναι;

Το πδ 190/2006 παραπέμπει σε ποινικές κυρώσεις και προβλέπει επίσης πρόστιμα.

Το μητρώο των διαμεσολαβητών καθίσταται υποχρεωτικό με την IDD; Ορίζεται στην Οδηγία ο φορέας που θα είναι υπεύθυνος;

Η IDD ενοποιεί όλα τα εθνικά μητρώα για να είναι προσβάσιμα.Το μητρώο ήταν και θα συνεχίσει να είναι υποχρεωτικό, μάλιστα πρέπει να υπάρχει σε κάθε κράτος μέλος ένα ενιαίο ηλεκτρονικό σημείο πληροφόρησης με υπερσυνδέσμους προς τα επιμέρους μητρώα, αν υπάρχουν, το οποίο θα εξασφαλίζει γρήγορη και εύκολη πρόσβαση. Το μητρώο θα είναι προσβάσιμο με υπερσύνδεσμο και από το κεντρικό μητρώο της ΕΙΟΡΑ. Η IDD δεν ορίζει ποιος είναι ο υπεύθυνος σε κάθε κράτος μέλος.

Μιλάμε για μία ευρωπαϊκή βάση δεδομένων των διαμεσολαβητών – διανομέων;

Κατ’ αποτέλεσμα μέσω των διασυνδέσεων δημιουργείται πράγματι μια ευρωπαϊκή βάση δεδομένων. Τα μητρώα πρέπει να επικαιροποιούνται και η πληροφορία πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Επίσης πρέπει να αναφέρεται η αρμόδια εποπτική αρχή.

Θα επηρεαστεί η κατηγοριοποίηση των διαμεσολαβητών;

Θα μπορούσε αλλά δεν το απαιτεί αυτό η Οδηγία.

Ποια είναι η πληροφόρηση που θα πρέπει να έχει εκ των προτέρων ο πελάτης για το διαμεσολαβητή;

Ο διαμεσολαβητής παρέχει πληροφορίες για τον ίδιο αλλά και το προϊόν. Καταρχήν δίνει πληροφορίες ως προς την ανεξαρτησία του, αν δηλαδή έχει σχέσεις συμμετοχής με ασφαλιστική επιχείρηση για τα προϊόντα της οποίας διαμεσολαβεί. Επίσης, κατά πόσον συνεργάζεται αποκλειστικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και ποιες είναι αυτές, όπως και αν παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης. Ενημερώνει δε και για το αν αμείβεται από τον πελάτη ή με προμήθεια στο ασφάλιστρο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Όλα αυτά πώς πιστοποιούνται; Πώς αποδεικνύει μετά ο πελάτης τι έχει ειπωθεί και τι όχι. Δίνονται εγγράφως όλα αυτά;

Καλό είναι για τους διαμεσολαβητές να έχουν προδιατυπωμένα έγγραφα, τα οποία να προκύπτει ότι τα παρέλαβε ο πελάτης. Επίσης, μέρος της διαδικασίας της πώλησης είναι να εξηγήσει στον πελάτη ο διαμεσολαβητής, γιατί προτείνει μία ασφάλιση και γιατί αυτή ανταποκρίνεται στις ανάγκες του πελάτη.

Μιλάτε για την εξατομικευμένη σύσταση που οφείλει ο διαμεσολαβητής να δίνει στον πελάτη; Στην Οδηγία αναφέρεται: Όταν παρέχονται συμβουλές πριν από την πώληση ασφαλιστικού προϊόντος, εκτός από την υποχρέωση προσδιορισμού των απαιτήσεων και αναγκών του πελάτη, θα πρέπει να παρέχεται στον πελάτη εξατομικευμένη σύσταση στην οποία εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ένα συγκεκριμένο προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις ασφαλιστικές απαιτήσεις και ανάγκες του πελάτη.

Η περίπτωση αυτή προχωράει ένα βήμα παραπάνω, στη σύγκριση περισσότερων προϊόντων. Όταν ο διανομέας παρέχει συμβουλές πριν από τη σύναψη ασφάλισης, παρέχει στον πελάτη εξατομικευμένη σύσταση, δηλαδή εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ένα συγκεκριμένο προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη, όπως τις έχει εξακριβώσει κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο. Θα πρέπει δηλαδή να αναλύσει στον πελάτη, γιατί καλύπτεται καλύτερα με το προϊόν που του συνιστά, και μάλιστα ανάλογα και με το πόσο σύνθετο είναι το ασφαλιστικό προϊόν.

Ο διανομέας που παρέχει συμβουλές «βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης», πρέπει να έχει αναλύσει «επαρκώς μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά». Ο ανεξάρτητος δηλαδή διαμεσολαβητής, που προσιδιάζει περισσότερο στην έννοια του μεσίτη, αναλαμβάνει την ευθύνη να συστήσει προσωπικά, και σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, τη σύμβαση ασφάλισης που θα ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του πελάτη. Η οριοθέτηση των επαγγελματικών αυτών κριτηρίων προκύπτει από τις αρχές που θέτει η Οδηγία, από τα εφαρμοστικά κείμενα και τις κατευθυντήριες που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΙΟΡΑ και τις εθνικές εποπτικές αρχές, και από άλλα θεσμικά κείμενα, όπως λ.χ. τη νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή.

Τι ορίζεται ως κατευθυνόμενη πώληση στην IDD;

Ίσως αναφέρεται στο να κατευθύνει ο διαμεσολαβητής την πώληση προς ένα προϊόν όχι με βάση τα οφέλη του πελάτη αλλά με βάση τα ίδια κίνητρα του διαμεσολαβητή, δηλαδή περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων.

Το νέο πλαίσιο σε τι βαθμό θα επηρεάσει την πολιτική πωλήσεων των ασφαλιστικών εταιρειών; (Για παράδειγμα αναφέρεται: Η αμοιβή που βασίζεται σε στόχους πωλήσεων δεν θα πρέπει να παρέχει κίνητρο προκειμένου να συστήνεται συγκεκριμένο προϊόν στον πελάτη.)

Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων έχουν πρωταρχικό καθήκον να ενεργούν προς το συμφέρον των πελατών τους. Έτσι, η Οδηγία τονίζει ότι δεν είναι αποδεκτό να αμείβονται ούτε να αμείβουν την απόδοση των υπαλλήλων τους ή να την αξιολογούν, με τέτοιο τρόπο ώστε να έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον αυτό.

Συγκεκριμένα, δεν πρέπει να συμφωνούν αμοιβές, στόχους πωλήσεων ή άλλα τέτοιας μορφής κίνητρα που θα τους οδηγήσουν να συστήσουν ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ ένα άλλο ασφαλιστικό προϊόν θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του. Καταρχήν η ρύθμιση αυτή μπορεί να θίξει το σύστημα των κλιμακωτά αυξανόμενων προμηθειών με βάση τον όγκο των πωλήσεων. Επίσης, αφορά περιπτώσεις που κάποια προϊόντα έχουν υψηλότερες προμήθειες από άλλα. Μένει να δούμε πώς θα εφαρμοστεί η διάταξη αυτή στην ελληνική νομοθεσία.

Σε ποια φάση βρίσκεται η μεταφορά της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη;

Υπάρχει νομοπαρασκευαστική επιτροπή η οποία συντάσσει το νόμο. Κάποια σχετιζόμενα θέματα είχαν ήδη προχωρήσει με την ευκαιρία της εναρμόνισης της Solvency II, όπως λ.χ. η διαχείριση αιτιάσεων που ορίστηκε με την ΠΕΕ 89/5.4.2016, η συνεχής επαγγελματική κατάρτιση των διαμεσολαβητών, όπως και ο Κανονισμός Συμπεριφοράς Διαμεσολαβητών που ορίστηκε με την ΠΕΕ 86/5.4.2016, που ίσως χρειαστούν τροποποιήσεις. Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα της τις Προπαρασκευαστικές Κατευθυντήριες Γραμμές της ΕΙΟΡΑ σχετικά με τις ρυθμίσεις εποπτείας και διακυβέρνησης ασφαλιστικών προϊόντων (POG-Product Oversight Governance). Σημαντική εξέλιξη είναι και η έκδοση δύο νέων εφαρμοστικών Κανονισμών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι οποίοι έχουν άμεση εφαρμογή στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, και αφορούν τα θέματα εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντος και τα επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση (ΙΒΙΡ). Έχει ολοκληρωθεί επίσης το πρότυπο για το περιεχόμενο του ΡID, δηλαδή του εγγράφου πληροφοριών για τα ασφαλιστικά προϊόντα ζημιών, και αντίστοιχα ο Κανονισμός PRIIPS για τα επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται στην ασφάλιση. Μάλιστα τα ανωτέρω έδωσαν λαβή στην κίνηση της Insurance Europe να ζητεί την καθυστέρηση της εφαρμογής της IDD. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τον Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας που ισχύει από τον Απρίλιο, όπως και τον πιο εξειδικευμένο Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας για το Ηλεκτρονικό Εμπόριο.

Υπερ-ρυθμίζεται αυτή η αγορά ή μπαίνει τάξη;

Εξαρτάται από την οπτική γωνία που το βλέπει κάποιος. Τα δίκαια της ηπειρωτικής Ευρώπης να είναι δίκαια αρχών και να αναπτύσσονται με την εφαρμογή της νομοθεσίας, τη λειτουργία της αγοράς και την πρακτική των εποπτικών αρχών. Αντίθετα, τα αγγλοσαξονικά είναι περιπτωσιολογικά και προωθούν τη λεπτομερή ρύθμιση. Από την άλλη πλευρά οι εταιρείες δικαίως υποστηρίζουν ότι απαιτείται πολύ μεγάλο κόστος σε πόρους χρηματικούς και μη, για να ανταποκριθούν στο ρυθμιστικό όγκο, πράγμα που είναι αληθές.

Υπάρχουν σημαντικά ζητήματα που δεν αποσαφηνίζονται ή που αφήνουν «χώρο» στον εθνικό νομοθέτη να τα ορίσει;

Η IDD δίνει χώρο στον εθνικό νομοθέτη σε διάφορα θέματα όπως η λειτουργία του μητρώου ή το θέμα των προστίμων. Το μητρώο έχει μάλιστα μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς δίνει τη δυνατότητα στις ασφαλιστικές να μπορούν να εγγράψουν εκείνες το διαμεσολαβητή. Επίσης έχει ενδιαφέρον να δούμε το πώς θα λειτουργήσει η δυνατότητα συμφωνίας μεταξύ εποπτικών κρατών, για το ποια θα ασκεί την εποπτεία σε περίπτωση διασυνοριακής διαμεσολάβησης.

Υπάρχουν και άλλες ευχέρειες, όπως λ.χ. η ρήτρα ευελιξίας του άρθρου 22 IDD, που αφορά την παροχή πληροφοριών και δίνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να μην απαιτήσουν την παροχή όλων των πληροφοριών σχετικά με ασφαλιστικά επενδυτικά προϊόντα σε επαγγελματίες πελάτες. Ή, μπορούν να υιοθετήσουν αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με την παροχή πληροφοριών, πράγμα που θα δεσμεύει και όσους διαμεσολαβητές εργάζονται στη χώρα μας στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκατάστασης. Ακόμη, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν ή να απαγορεύουν την καταβολή αμοιβών ή μη χρηματικών ωφελημάτων σε διαμεσολαβητή από τρίτους.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Βαθμολογία Αναγνωστών 10 Ψήφοι