Πρόσφατα Τεύχη

Δείτε με μία ματιά τα πιο πρόσφατα τεύχη από το Ασφαλιστικό Marketing

Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Οκτωβρίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Σεπτεμβρίου  2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2016Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Ιουνίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Μαΐου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Απριλίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Μαρτίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Φεβρουαρίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Ιανουαρίου 2016 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Δεκεμβρίου 2015 Ασφαλιστικό Μάρκετινγκ Εξώφυλλο Τεύχος Οκτωβρίου 2016

Newsletter

Κάντε εγγραφή στο Newsletter του Ασφαλιστικού Μάρκετινγκ για να λαμβάνετε sneak peaks από τα νέα μας τεύχη αλλά και να μαθαίνετε πρώτοι  για τις προνομιακές μας εκπτώσεις.

fifteen − 15 =

12 + 7 =

Η έννοια της «ωριμότητας» διαφέρει από αγορά σε αγορά και ενσωματώνει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις σε σχέση με το χρόνο, το περιβάλλον, τη διαδρομή και τις προοπτικές.

Tα κριτήρια μέσω των οποίων μπορεί να χαρακτηρισθεί μια αγορά «ώριμη» ή «μη ώριμη» και ειδικότερα μια ασφαλιστική αγορά, δεν έχουν ενιαία επιστημονική κωδικοποίηση και πολύ περισσότερο δεν τυγχάνουν της συνολικής αποδοχής των εμπλεκομένων. Το θέμα της ωριμότητας μιας αγοράς είναι αρκετά πιο περίπλοκο από την απλή σύγκριση με ήδη αναπτυγμένες αγορές ή με μέσους όρους ευρύτερων περιφερειακών αγορών. Εξάλλου, «ώριμη» αγορά δεν σημαίνει και αποτελεσματική αγορά και δεν υπάρχει συγκεκριμένο εξελικτικό μονοπάτι που πρέπει να ακολουθηθεί ώστε να καταστεί μια αγορά «ώριμη».

* Το θέμα της ωριμότητας μιας αγοράς είναι αρκετά πιο περίπλοκο από την απλή σύγκριση με ήδη αναπτυγμένες αγορές ή με μέσους όρους ευρύτερων περιφερειακών αγορών*

Μεταξύ των χαρακτηριστικών μια ώριμης (mature) αγοράς, ενός ώριμου κλάδου, θα μπορούσαν να είναι ο υψηλός βαθμός εσωτερικού ανταγωνισμού (internal rivalry), ο αργός ρυθμός ανάπτυξης, η περιορισμένη είσοδος νέων προϊόντων και υπηρεσιών και η μειωμένη κερδοφορία. Σε μια ώριμη αγορά η ποσοτική αύξηση είναι σχετικά περιορισμένη, ενώ οι επιχειρήσεις του κλάδου δίνουν περισσότερο έμφαση στην ποιότητα των προϊόντων και των παρεχομένων υπηρεσιών. Μια ώριμη αγορά δεν είναι κατακερματισμένη (fragmented), έχει κλείσει τον κύκλο της ως αναδυόμενη (emerging) και παρέχει διαφορετικές ευκαιρίες ανάπτυξης για τις επιχειρήσεις. Μια ώριμη αγορά εστιάζει σε βελτιώσεις, σε ποιότητα, σε καινοτομία, σε μείωση λειτουργικών εξόδων.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι αυτονόητο ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να αξιολογήσουμε την ελληνική ασφαλιστική αγορά ως προς την «ωριμότητά της» και βέβαια δεν μπορούμε αυθαίρετα να χαρακτηρίσουμε πρόσωπα και πράγματα. Αντίθετα, μπορούμε να θέσουμε προβληματισμούς, να καταθέσουμε απόψεις και να προσεγγίσουμε κριτήρια, όχι με σκοπό την κατοχύρωσή τους ως κριτηρίων ωριμότητας, αλλά σε πρώτο βαθμό για τη διερεύνησή τους και την ταξινόμησή τους, ως βασικών δεικτών που αντανακλούν τα χαρακτηριστικά της αγοράς. Βασική πλατφόρμα η ιστορικότητα, η διαδρομή, τα μεγέθη, η αποδοχή, η επιχειρηματικότητα, οι προοπτικές, αλλά και η συμμετοχή της αγοράς στο ευρύτερο οικονομικό γίγνεσθαι, η συμβολή στην εθνική οικονομία και η σημαντικότητα της παρουσίας της.

Ουσιαστικά, με τη μικρή αυτή μελέτη, καταθέτω πρόταση έναρξης ενός διαλόγου μεταξύ των φορέων της αγοράς, πανεπιστημιακών καθηγητών, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενου, ώστε να συμφωνήσουμε, ως αγορά, για τη διαχρονική αυτο-αξιολόγησή της, μακριά από υποκειμενικά ή συναισθηματικά κριτήρια. Μακριά ακόμη και από συγκυριακές καταστάσεις (αρνητικές, όπως π.χ. η ανάκληση της άδειας λειτουργίας μιας εταιρείας ή θετικές, όπως π.χ. η θεσμική αναγνώριση της συμπληρωματικότητας της ιδιωτικής ασφάλισης στην κοινωνική ασφάλιση). Βέβαια, παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος και των όσων αναφέρθηκαν στο εισαγωγικό τμήμα, η τοποθέτηση της ασφαλιστικής αγοράς, στο πλαίσιο της εθνικής οικονομίας, καθώς και η σύγκριση με τους μέσους όρους της ευρωπαϊκής αγοράς είναι αναπόφευκτη.

Με τις σκέψεις αυτές, θα προσεγγίσω δώδεκα κριτήρια, όχι όλα οικονομικά βέβαια, τα οποία (όχι με αξιολογική σειρά) αναλύονται περιγραφικά και αναπτύσσεται ένα μικρό σκεπτικό περί της επιλογής τους, ενώ σε επόμενο άρθρο θα καταβληθεί προσπάθεια ποσοτικής και ποιοτικής απεικόνισής τους, ώστε να θεμελιωθεί μια συγκριτική βάση.

1. Ως προς την ιστορικότητα

Η ιστορικότητα της αγοράς δεν έχει μονοδιάστατη σημασία. Δεν είναι απλώς η διαδρομή που έχει διανυθεί, ούτε το σημείο εκκίνησής της, ώστε να αναζητούμε το παλαιότερο ως αξιολογότερο. Η έννοια της ιστορικότητας ενσωματώνει τα προβλήματα που έχει αντιμετωπίσει μια αγορά, τις κρίσεις που έχει βιώσει, τα λάθη, τους ενθουσιασμούς, τις εμπειρίες. Η ιστορικότητα αντανακλά και τη διαδικασία συγκρότησης της αγοράς, αν οργανώθηκε εξωγενώς και σε σύντομο διάστημα ή αν χτίστηκε σταδιακά ενδογενώς και εξελικτικά. Το χρονικό διάστημα που έχει διανυθεί διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, αλλά ταυτόχρονα σχετίζεται με τον περιβάλλοντα χρόνο (και χώρο βέβαια) και τις παράλληλες πορείες παρόμοιων αγορών. Εν κατακλείδι το πού, πώς, πότε και από ποιους, συνδέονται άρρηκτα και ενσωματώνονται στην έννοια της ιστορικότητας.

2. Ως προς το μέγεθος

Πώς μετράμε το μέγεθος; Φυσικά, κυρίαρχα μεγέθη είναι οι παραγωγές. Δεν είναι όμως μόνο αυτές. Είναι η σχέση των παραγωγών αυτών με τα υπόλοιπα μεγέθη που συγκροτούν την Αγορά. Είναι ο πληθυσμός της εθνικής οικονομίας εντός της οποίας λειτουργεί η συγκεκριμένη αγορά, είναι ο αριθμός των Πελατών, είναι το πλήθος των ζημιογόνων περιστατικών, είναι το ύψος των αποζημιώσεων, αλλά και των εκκρεμών αποζημιώσεων. Ακόμα και ο χρόνος αποζημίωσης θα μπορούσε να ενταχθεί. Όλα, μεγέθη που σχετίζονται με την έννοια της Ασφάλισης και όχι με την επιχειρηματική ή επενδυτική πλευρά της. Το μέγεθος επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Δεν παύει όμως να υπάρχουν για κάθε αγορά, για κάθε κλάδο, για κάθε οικονομία «κρίσιμα μεγέθη». Τόσο το κάθε μέγεθος από μόνο του, όσο και οι δείκτες συσχέτισης των μεγεθών αυτών χαρακτηρίζουν καταστάσεις, οριοθετούν αγορές και δημιουργούν προσδοκίες.

3. Ως προς το πλαίσιο λειτουργίας

Το πλαίσιο λειτουργίας είναι κυρίως, αν όχι απόλυτα, νομοθετικό. Είτε λόγω (και κυρίως) της ειδικής νομοθεσίας που διέπει την ασφαλιστική αγορά, είτε λόγω της ευρύτερης εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας, το πλαίσιο αυτό μεταβάλλεται δημιουργώντας ανετότερες ή δυσμενέστερες συνθήκες όχι μόνο επιχειρηματικότητας, αλλά άνθησης ή μη της αγοράς. Εξίσου σημαντικό το Εποπτικό Πλαίσιο που μετουσιώνει σε πράξη και εποπτεύει την εφαρμογή όλων των κανονιστικών παραμέτρων. Η σαφής συγκέντρωση όλων των εποπτικών μηχανισμών (εταιρειών, διαμεσολαβητών, πελατών κ.λπ.) σε έναν φορέα δημιουργεί συνθήκες ενοποίησης και προσαρμογής της αγοράς προς συγκεκριμένο μοντέλο. 

4. Ως προς το πλήθος των εμπλεκομένων προσώπων

Σε μια αγορά δεν υπάρχουν μόνο τα παραγωγικά μεγέθη. Υπάρχουν και τα μεγέθη που σχετίζονται με το πλήθος των ασφαλιστικών εταιρειών, το πλήθος των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, τον αριθμό των ασφαλιστικών υπαλλήλων. Διευρύνοντας, υπάρχουν και οι εφαπτόμενες, αλλά μη αποκλειστικά ασφαλιστικές, αγορές των δικηγόρων, των πραγματογνωμόνων, των ιατρών, των ιατρικών μονάδων διάγνωσης και περίθαλψης, των συνεργείων, κ.λπ. Πώς μπορεί να μετρηθεί ο όγκος των εργασιών των αγορών αυτών, που οφείλονται στην ύπαρξη ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου; Και πάλι συνδυαστικοί δείκτες μπορούν να εκφράσουν την πορεία και τη σημαντικότητα μιας αγοράς.

5. Ως προς τα χαρακτηριστικά των προϊόντων

Η ασφαλιστική αγορά λειτουργεί μέσω των ασφαλιστικών προϊόντων. Η έκταση και το πλήθος των προϊόντων αυτών, η υφή τους, οι όροι τους, οι προϋποθέσεις τους, η εν γένει ποιότητά τους αποτελεί σαφέστατο δείκτη του σημείου που βρίσκεται μια ασφαλιστική αγορά. Φυσικά, πριν από όλα αυτά, σαφής δείκτης είναι και η επιλογή του είδους των προϊόντων από τους πελάτες. Η σημαντική ή μη σημαντική συμμετοχή στο σύνολο, υποχρεωτικών εκ του νόμου καλύψεων σε σχέση με προαιρετικά προγράμματα ασφάλισης, οδηγεί σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα για την ποιότητα και τη θέση στην οποία βρίσκεται η αγορά. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ανάπτυξη προγραμμάτων ασφάλισης επαγγελματικών ευθυνών ή γενικής αστικής ευθύνης προς τρίτους αντανακλούν διαφορετικά επίπεδα αγορών, ενώ καλύψεις των κλάδων ζωής και υγείας εξαρτώνται και από ευρύτερες κοινωνικές και νομοθετικές δομές ενός κράτους.

6. Ως προς την αποδοχή από την κοινωνία

Ποια τύχη μπορεί να έχει μια αγορά αν δεν κερδίζει την αποδοχή και την εμπιστοσύνη των εν δυνάμει πελατών της, των καταναλωτών; Και ποια τύχη μπορεί να έχει μια αγορά όταν οι έχοντες κάνει χρήση των υπηρεσιών της (είτε ως πελάτες, είτε ως παθόντες, είτε ως συναλλασσόμενοι μαζί της) την διατηρούν επί μακρόν σε υψηλά επίπεδα αμφισβήτησης, παραπόνων και δικαστικών εμπλοκών; Η αναγκαστική αποδοχή της, είτε λόγω κατάρρευσης κοινωνικών δομών, είτε λόγω υποχρεωτικότητας χρήσης των υπηρεσιών της, έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία διογκώνει την αρνητική άποψη, ακριβώς λόγω της υποχρεωτικότητας και από την άλλη έχει τη δυνατότητα συνεχούς εκπαίδευσης του καταναλωτή λόγω της συνεχούς και υποχρεωτικής χρήσης. Συνεπώς, το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται και πάλι από το βαθμό αξιοποίησης των ευκαιριών αυτών.

7. Ως προς τη συμβολή στην εθνική οικονομία

Παγκοσμίως, η ασφαλιστική αφορά είναι ο μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής. Με τα κεφάλαιά της, ουσιαστικά με τα αποθέματά της, συμβάλλει στην κυκλοφορία του χρήματος, την επιχειρηματική ανάπτυξη και την στήριξη των εθνικών οικονομιών. Το ποσοστό συμμετοχής στο σύνολο των επενδύσεων μιας οικονομίας είναι ένας ασφαλής και μη αμφισβητούμενος δείκτης για την αξιολόγηση της αγοράς. Είναι σαφές ότι το ύψος των επενδύσεων συναρτάται από το ύψος και το είδος των παραγωγών, αλλά και ως αυτόνομος δείκτης αποτελεί πολύτιμο στοιχείο. Επίσης, η παρουσία ικανού αριθμού επιχειρήσεων ως εκπροσώπων της ασφαλιστικής αγοράς στα χρηματιστήρια αξιών σηματοδοτεί και το βαθμό διείσδυσης (άρα και εμπιστοσύνης;) στο επενδυτικό κοινό.

8. Ως προς την εξωστρέφεια και τη συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι

Μια κλειστή οικονομία, μια κλειστή εσωστρεφής αγορά, που δεν έχει άμεση επαφή με την κοινωνία και δεν συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δεν μπορεί να ανταποκριθεί μακροχρόνια στις ανάγκες της γιατί δεν μπορεί να πείσει. Η εξωστρέφεια, οι δράσεις, η ανάπτυξη κουλτούρας Εταιρικής (κλαδικής εν προκειμένω) Κοινωνικής Ευθύνης, η στήριξη συλλογικών δράσεων και κοινωνικών φορέων, η επένδυση στην καινοτομία, στην εκπαίδευση, στην ποιότητα, η ενεργός παρουσία στις σύγχρονες μορφές επικοινωνίας, αποτελούν κομβικά σημεία επαφής με τον κάθε άνθρωπο χωριστά και με το σύνολο. Η ασφαλιστική αγορά εξ ορισμού επιστρέφει στην κοινωνία το μέγιστο ποσοστό των εισροών της. Πόσο κατανοητό είναι αυτό από την ίδια την κοινωνία; Πόσο παραμορφώνεται η εικόνα της προς τους πολίτες από εξωγενείς παράγοντες (πολιτικές εξουσίες;); Πόση ανασφάλεια εκπέμπει η… ασφαλιστική αγορά προς την κοινωνία; Μεγέθη ίσως μη μετρήσιμα, αλλά σημαντικοί δείκτες αξιοπιστίας και φερεγγυότητας.

9. Ως προς τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Στο χώρο της ασφάλισης η συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι χαρακτηριστική της ωριμότητας ολόκληρης της κοινωνίας. Η συμπληρωματική συμμετοχή της ιδιωτικής ασφάλισης στα μοντέλα σύνταξης και υγείας δεν αφορά όμως μόνο στις επιλογές της πολιτικής εξουσίας, αφορά και στην ύπαρξη ή μη της δυνατότητας από πλευράς ασφαλιστικής αγοράς να δεχθεί το βάρος και την ευθύνη αυτή. Οι κάθε μορφής πυλώνες και τα κάθε μορφής επαγγελματικά ταμεία απαιτούν και ανάλογο βαθμό οργάνωσης και δομής της ίδιας της αγοράς. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για άλλης μορφής ασφαλιστικά προϊόντα π.χ. έναντι φυσικών καταστροφών.

10. Ως προς τη Διαφάνεια

Η διαφάνεια σε κάθε μορφής δημόσιας διοίκησης έχει καταστεί ταμπού για τη σύγχρονη Ευρώπη. Το ίδιο και για κάθε μορφής επιχειρηματικότητα που συνδέεται με μακροχρόνιες συμβάσεις και κυρίως με άυλες υποσχέσεις. Η ανάγκη της διαφάνειας αυτής διέρχεται καθέτως όλη την ασφαλι- στική αγορά, από την πρωτη επαφή με τον πελάτη μέχρι την εσωτερική δομή και λειτουργία της ασφαλιστικής εταιρείας. Στο πλαίσιο αυτό, η δημοσιοποίηση κάθε παραγωγικού, επενδυτικού ή οικονομικού στοιχείου μια ασφαλιστικής αγοράς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση λειτουργίας της, η δε μη δημοσιοποίηση συνιστά σοβαρή ένδειξη δυσλειτουργίας.

11. Ως προς τα μοντέλα αντιμετώπισης κρίσεων

Κάθε αγορά, κάθε επιχείρηση, κάθε ομάδα, κάθε άτομο αντιμετωπίζει κρίσεις πολλών μορφών. Η προβλεψιμότητα και η δυνατότητα αντιμετώπισης των κρίσεων αυτών εμπεριέχει και αποδεικνύει τη γνώση, την εμπειρία και τη σύνεση που διαθέτει η ίδια η αγορά. Τα αίτια των κρίσεων μπορεί να είναι ενδογενή ή εξωγενή και η ικανότητα αντιμετώπισης διαφέρει. Για τα ενδογενή δεν υπάρχει δικαιολογία μη πρόβλεψης αντιμετώπισης, για τα εξωγενή ο βαθμός αντιμετώπισης είναι ανάλογος των ισχυρών ή μη δομών της ίδιας της αγοράς. Πέρα όμως από τα ενδογενή ή εξωγενή αίτια υπάρχει και η διάσταση της μοναδικότητας ή της επανάληψης των κρίσεων παρόμοιας μορφής. Στη δεύτερη περίπτωση των ομοειδών κρίσεων, η έλλειψη μοντέλων αντιμετώπισης αποτελεί απόλυτο δείκτη ανωριμότητας.

12. Ως προς τις τιμολογιακές πολιτικές και τον ανταγωνισμό

Τα στατιστικά συγκέντρωσης παραγωγών ανά ομάδα εταιρειών, το πραγματικό πλήθος των ενεργών εταιρειών ανά κλάδο ή προϊόν, οι τάσεις αύξησης ή μείωσης του ανταγωνισμού, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ανταγωνισμού, οι σταθερές ή μη τιμολογιακές πολιτικές, η διαχρονική παρουσία εταιρειών στην αγορά, η συχνή είσοδος-έξοδος εταιρειών, αλλά και η μεταβλητότητα στις συναλλαγές προσδιορίζουν δείκτες κανονικότητας ή έντονης διακύμανσης των παραμέτρων μιας αγοράς.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Βαθμολογία Αναγνωστών 0 Ψήφοι